καταδουλώ

καταδουλώ
καταδουλῶ, -όω (AM, Μ και καταδουλώνω) [κατάδουλος]
υποδουλώνω, υποτάσσω
μσν.
1. πιάνω κάποιον αιχμάλωτο, σκλαβώνω
2. κρατώ ως σκλάβο
3. συγκρατώ
4. (για ερωτικό πάθος) κάνω κάποιον δικό μου, υποχείριό μου
αρχ.
1. μτφ. υποδουλώνω τον νου
2. καταστρέφω το πνεύμα
3. (και μέσ.) καταδουλοῡμαι, -όομαι
κάνω κάποιον δούλο μου.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Look at other dictionaries:

  • καταδουλῶ — καταδουλόω reduce to slavery pres subj act 1st sg καταδουλόω reduce to slavery pres ind act 1st sg καταδουλόω reduce to slavery pres subj act 1st sg καταδουλόω reduce to slavery pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ακαταδούλωτος — η, ο (Α ἀκαταδούλωτος, ον) [καταδουλῶ] 1. αυτός που δεν έχει υποδουλωθεί ή που δεν μπορεί κανείς να τόν υποδουλώσει 2. ο αδούλωτος στο φρόνημα …   Dictionary of Greek

  • καταδουλίζω — (Α) καταδουλεύομαι. [ΕΤΥΜΟΛ. Μεταπλασμένος τ. τού καταδουλῶ κατά τα ρ. σε ίζω] …   Dictionary of Greek

  • καταδουλεύομαι — (Α) υποδουλώνω κάποιον για ωφέλειά μου. [ΕΤΥΜΟΛ. Μεταπλασμένος τ. τού καταδουλῶ κατά τα ρ. σε εύω / εύομαι, στη μέση φωνή ως μέσο δυναμικό] …   Dictionary of Greek

  • καταδούλωσις — καταδούλωσις, ἡ (Α) [καταδουλώ] υποταγή, υποδούλωση …   Dictionary of Greek

  • προκαταδουλούμαι — όομαι, Α υποτάσσομαι, υποδουλώνομαι προηγουμένως. [ΕΤΥΜΟΛ. < προ * + καταδουλῶ «υποδουλώνω, υποτάσσω»] …   Dictionary of Greek

  • συγκαταδουλώ — όω, Α συνεργώ στην υποδούλωση κάποιου. [ΕΤΥΜΟΛ. < συν * + καταδουλῶ «υποδουλώνω, υποτάσσω»] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”